Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2019

Γιορτάζοντας Χριστούγεννα




Ο κόσμος συνήθως γιορτάζει τα Χριστούγεννα, σαν τη γιορτή μιας βολικής αγάπης, που αιωρείται μέσα στο φαρισαϊκό και υπό πτώχευση «φάντασμα-πνεύμα των Χριστουγέννων». (Holy Ghost)

Καθιερώθηκαν δυστυχώς τα Χριστούγεννα ως το επαιτειακό πυροτέχνημα μιας αγάπης, που είναι επιδερμική και ατελής, καρπός κάθε σκοτισμένης και εγκλωβισμένης στα ανικανοποίητα πάθη ψυχής.

Ο «άχριστος» (χωρίς Χριστό) χριστιανός, αγνοεί ότι η γιορτή γίνεται μόνο αν δει, τι μπορεί να κάνει ο ίδιος ο άνθρωπος για να περπατήσει 365 μέρες το χρόνο ο Χριστός στα μονοπάτια και πεζοδρόμια της γης, μέσα από τα δικά του πόδια. Γιορτάζει πραγματικά Χριστούγεννα, όχι αυτός που δίνει και παίρνει δώρα, αλλά όποιος είναι από μόνος του, το πιο υπέροχο δώρο για όλους τους άλλους. Τι άλλο δηλαδή μπορεί να έχει σημασία, από το να γίνει ο άνθρωπος, ένας «κανονικός» χριστιανός, δηλαδή, «ο Χριστός» πάνω στη γη; Τότε μόνο τα Χριστούγεννα γίνονται μια ζωντανή διαρκής γιορτή και όχι μια θεατρική επιθεώρηση περιορισμένη στους μπιχλιμπιδάτους στολισμούς, στα εθιμοτυπικά δώρα, οικογενειακά τσιμπούσια και ολιγοήμερη φιλανθρωπική διάθεση.

Η Εκκλησία, μάς ζητάει κάτι εύκολο: Εμείς που είμαστε οι εικόνες του Θεού, να πάμε με τη χάρη του, στην αγάπη Του.

Σε αυτήν την πορεία προς την ομοίωση με τον Θεό, συντονιζόμαστε, με την προσευχή, νηστεία, μετάνοια, Θεία Κοινωνία. Όλα αυτά, αρχίζουν με προϋπόθεση τον κόπο και διάθεση του πιστού, αλλά καρποφορούν και τελειώνονται με την κάθαρση/φωτισμό/ θέωση, που είναι δώρα του Αγίου Πνεύματος. («Παν δώρημα τέλειον, άνωθεν εστί κατεβαίνον» που σημαίνει: Κάθε τέλειο, αιώνιο και πλήρες δώρο προέρχεται, δίνεται μόνο από τον Θεό… λόγος ευχαριστίας προς τον Θεό, μετά τη Θεία Κοινωνία). Εμείς απλά, ανοίγουμε την πόρτα της ψυχής, δείχνουμε τι θέλουμε και λέμε με όλες μας τις δυνάμεις στη χάρη του Θεού: ΝΑΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΣΟΥ ΜΟΙΑΣΩ, ΚΑΝΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ. ΚΑΝΕ ΜΕ «ΠΡΙΓΚΙΠΑ» ΣΤΗ «ΒΑΣΙΛΕΙΑ» ΣΟΥ.

Ο Θεός, μέσα στην απέραντη αγάπη του, έγινε ένα με τον άνθρωπο, γενόμενος κανονικός, γνήσιος άνθρωπος. Έτσι ήθελε να κάνει από πάντα, αυτή ήταν η λαχτάρα του για τους ανθρώπους. Δεν έγινε ένας από μας, από ωφελιμιστικό υπολογισμό, για να γίνει χρήσιμος στην κοινωνία. Ήρθε, γιατί απλά μας αγαπούσε και του άρεσε να γίνει ο συνάνθρωπος μας. Επί την ευκαιρία, μας έσωσε, αφού προσέλαβε την ανθρώπινη φύση και τη βάπτισε μέσα στο φως της Θεότητας. Λέει ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός: «Το απρόσληπτο είναι και αθεράπευτο». Ό,τι δηλαδή δεν το ακουμπήσει και προσλάβει ο «γιατρός», αυτό δε θεραπεύεται από μακριά. Ο Χριστός λοιπόν ως θεάνθρωπος μέσα στο Σώμα Του, «ακουμπά» τον κάθε ασθενή, τον κάθε ταλαίπωρο από την σπαστική αμαρτία άνθρωπο, για να τον θεραπεύσει.

Ας έρθουμε λοιπόν τώρα στον καθένα από μας. Βλέπω κάτι γύρω μου αρρωστημένο; Κοινωνώ με φιλότιμο το Σώμα του Χριστού, τον δέχομαι σε όλη μου την ύπαρξη και γίνεται η νέα μου δύναμη και όρεξη για δράση. Τότε φωτίζεται το μυαλό μου και λέω: Αντί να διαμαρτύρομαι και να απομακρύνομαι από τον κάθε «άρρωστο», καλύτερα δεν είναι να τον ακουμπήσω, όπως ο Χριστός για να τον οδηγήσω προς τη θεραπεία; Και επειδή φοβάμαι πως δεν έχω τις δυνάμεις να το κάνω, ας πω: ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ: Εσύ μού έδωσες την ευθύνη να είμαι τώρα πάνω στη γη. Αφού είμαι εικόνα σου, με τη δύναμή σου, ξέρω πως μπορώ να ακουμπήσω αυτά τα πράγματα του κόσμου, να τα γιατρέψω. Σε παρακαλώ, να μην αποκτήσω εγωΪσμό κάνοντάς το, σε παρακαλώ, φώτισέ με, γιατί είμαι άνθρωπος και μπορεί να πέσω σε αδυναμία ή χειρότερα σε περηφάνια! Θέλω όμως να κάνω, ό,τι κάνεις εσύ σε μένα. Μου δίνεις τη δύναμη; Τότε, θα τολμήσω να ακουμπήσω όποιον «άρρωστο» και αμαρτωλό είναι γύρω μου, για να τον θεραπεύσω, χωρίς και εγώ να αμαρτήσω, χωρίς κι εγώ να «αρρωστήσω». Επαληθεύεται τότε αυτό που είπε ο Χριστός: «Σας δίνω την εξουσία να πατάτε πάνω σε φίδια και σκορπιούς και να μη σας πειράζουν.»

Αυτό το παράδοξο θαύμα το βλέπω συνεχώς με ανθρώπους χαμένους, πόρνες, αναρχικούς, φρικιά… Αν τους πλησιάσεις και δεις πίσω από το βάψιμο και τα μαλλιά, αν δεις πίσω από ό,τι κάνουν και τους πεις έναν καρδιακό λόγο, είναι σα να πέφτει ηλεκτροσόκ πάνω τους. 


«Ξεσηκώνονται», αλλάζουν και τότε λέω: ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ, ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!
 Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΣΠΗΛΑΙΟ! ΓΙΝΕΤΑΙ ΦΑΤΝΗ!

Χειροποίητα χριστουγεννιάτικα κηροπήγια












Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2019

Καπετάνιος Αγιογράφος του Φώτη Κόντογλου




ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ Χριστούγεννα, στα 1864, έκανε μεγάλη φουρτούνα με χιονιά. Στ’ αγριεμένο πέλαγο δεν φαινότανε πουθενά πανί. Μοναχά ένα μικρό καΐκι πάλευε με το χάρο ανοιχτά από την Τήνο. Ήτανε ενός καπετάν Γιώργη από τη Νάξο, φορτωμένο κρασιά από τη Σαντορίνη. Όλη τη μέρα αγαντάριζε στον αγέρα, μα σαν σκοτείνιασε, ο βοριάς σκύλιαξε κι’ έσπασε τ’ άρμπουρο, έβγαλε και το τιμόνι από τα βελόνια. Οι άνθρωποι προφτάξανε και ρίξανε τη βάρκα στη θάλασσα και μπήκανε μέσα..

Δεν είχανε αλαργάρει ως μια τουφεκιά τόπο, και βούλιαξε το καΐκι. Τη βάρκα την άρπαξε το μπουρίνι και την πήγαινε όπου ήθελε μέσα στην πίσσα της νύχτας. Οι τρεις νοματέοι που βρισκόντανε μέσα, ήτανε ο καπετάν Γιώργης κι’ άλλοι δυό γεμιτζήδες, σε ελεεινή κατάσταση, βρεμένοι μέχρι κόκκαλο με κείνον τον χιονιά, πουντιασμένοι από το τάντανο, δίχως καμιάν ελπίδα πως θα γλυτώνανε. Πιάσανε και κλαίγανε σαν τα μωρά, και τάξανε κι’ οι τρεις να πάνε να καλογερέψουνε, αν λάχαινε να γλυτώσουνε. Κι’ ο Θεός άκουσε τις φωνές που τον παρακαλούσανε, γιατί βγαίνανε σαν του Ιωνά μέσα από καρδιές απελπισμένες, και κει που δεν ξέρανε που βρισκόντανε, σαν ξημέρωσε, είδανε πως ο καιρός καλωσύνεψε ανέλπιστα, και πως βρισκόντανε κοντά στη Σύρα. Ήβγανε γεροί όξω και τους μαζέψανε κάτι ψαράδες, δεν αρρώστησε κανένας.

Καθίσανέ δυό τρεις μέρες στη Σύρα, κι’ είπανε πως έχουνε χρέος να κάνουνε το τάξιμό τους. Πουλήσανε τη βάρκα, και με κείνα τα λεφτά μπαρκάρανε, και πήγανε ίσια στ' Άγιον Όρος και γινήκανε κ' οι τρεις καλογέροι, δίχως να ειδοποιήσουνε τα σπίτια τους πως γλυτώσανε, αφού είπανε πως είναι πια πεθαμένοι για τον κόσμο. Ο καπετάν Γιώργης πήγε κι' ασκήτεψε στη Σκήτη της Αγίας Άννας, κ' έφταξε σε μεγάλα μέτρα, με προσευχή, με νηστεία και με σκληρή κακοπάθηση του κορμιού, τόσο, που ξακούστηκε η αγιοσύνη του σ' όλό το Όρος. Έμαθε και την τέχνη κοντά σ’ έναν γέροντα μάστορα, κ' έγινε σπουδαίος αγιογράφος. Η γυναίκα του τον είχε για πνιγμένον κ' έκανε κάθε χρόνο τα κόλυβά του. Δεν έμαθε πως γλύτωσε και πως καλογέρεψε ο άντρας της. Μαυροφόρεσε αυτή και τα δυό παιδιά της τα πιο μεγάλα, γιατί το μικρό ήτανε μωρό βυζανιάρικο. Κι' ο καπετάν Γιώργης, που γίνηκε Πάτερ Γεράσιμος, δεν θέλησε να μάθει τίποτα για το σπίτι του, μην τύχει και τον νικήσει η αγάπη των παιδιών του.

Αλλά σαν περάσανε δυό τρία χρόνια, δυνάμωσε η ψυχή του με τη θεία χάρη κ' ήθελε να βγει για λίγον καιρό από το Όρος, όπως βγαίνανε κι' άλλοι πατέρες για ελέη, και να πάγει στη Νάξο να δει τα παιδιά του και τη γυναίκα του, δίχως να φανερωθεί. Μάλιστα, σαν διάβασε το συναξάρι τ' άγιου Γιάννη του Καλυβίτη, που ήτανε μοναχογυιός κι’ αρχοντόπουλο, και πήγε κρυφά και καλογέρεψε, και για να πονέσει ακόμα πιο πολύ η καρδιά του για την αγάπη του Χριστού, πήγε στο πατρικό το σπίτι του κι’ έκανε τον υπηρέτη δίχως να τον ξέρουνε οι γονιοί του, κι’ έτσι παράδωσε το πνεύμα του στο Θεό, σαν διάβασε λοιπόν ο πάτερ Γεράσιμος τούτη τη συγκινητική την ιστορία, αποφάσισε σίγουρα να πάγει στη Νάξο. Πήρε λοιπόν την ευχή από τον γέροντά του, και μπήκε σ' ένα καΐκι και τον έβγαλε στην Πάρο.

Εκεί κάθισε κανένα μήνα, κι’ επειδής είχε πάρει μαζί του και τα σύνεργα της ζωγραφικής, ζωγράφισε και καμπόσα εικονίσματα που του παραγγείλανε. Και τόση ήτανε η ευλάβειά του κι’ η σεβασμιότητα που είχε το παρουσιαστικό του, που ξακούστηκε στα γύρωθε νησιά πως τα εικονίσματα που ζωγράφιζε ήτανε «έθαρμα» (θαυματουργά), γιατί δεν έτρωγε λάδι παρά έβαζε μονάχα λίγο, με του φτερού την άκρη, στο φαγητό του την Κυριακή που δεν δούλευε, κ' έτρωγε και το ψωμί με μέτρο, και το νερό ακόμα πούπινε. Τα γόνατά του ήτανε πληγωμένα από τις μετάνοιες που έκανε όλη τη νύχτα, κι' ο ύπνος του ήτανε μοναχά μια δυό ώρες, και τον έπαιρνε καθιστός απάνω στο σεντούκι πούχε τα εργαλεία του, είτε πλαγιαστός απάνω στο χώμα. Κι’ από τα λιγοστά λεφτουδάκια που έπαιρνε για τα κονίσματα που έκανε, για τη συντήρησή του ξόδευε τα πιο λίγα, και τ’άλλα τάδινε κρυφά στους φτωχούς.


  Πήγανε λοιπόν από τη Νάξο δυό τρεις ευλαβείς χριστιανοί και τον παρακαλέσανε να πάγει και στο νησί τους. Και δεν τον γνωρίσανε, γιατί είχε αλλάξει ολότελα το πρόσωπό του από τα γένεια κι’ από τα μαλλιά κι’ από τη μεγάλη εγκράτεια, και πιο πολύ από την αγιοσύνη. Και κείνος χάρηκε πολύ, και σαν βρέθηκε μοναχός του έκλαψε και φχαρίστησε τον Θεό, γιατί ήτανε φανερό πως θέλημά του ήτανε να πάγει στην πατρίδα του να δοκιμαστεί η πίστη του «ως χρυσός εν χωνευτηρίω».

  Βγήκε λοιπόν στη Νάξο, έξη χρόνια από τότε που γίνηκε καλόγερας. Οι θεοφοβούμενοι χριστιανοί κατεβήκανε και τον πήρανε από τη βάρκα, κι’ ο καθένας ήθελε να τον πάρει στο σπίτι του, για νάχει την ευλογία του. Πλην ο Χριστός έδειξε πάλι πως τον θεωρούσε στερεόν στην πίστη του και ήρθανε τα πράγματα τέτοιας λογής, ώστε να τον βάλουνε οι πιτρόποι της εκκλησίας σ' ένα κελλί που ήτανε αντίκρυ στο σπίτι του.


Δεν περάσανε δυό τρεις μέρες και πήρε παραγγελιά να ζωγραφίσει κάμποσες εικόνες, κ' έπιασε και δούλευε. Τη μέρα ήτανε κλεισμένος στο κελλί του και δεν κύταξε καθόλου από το παράθυρο. Μοναχά τη νύχτα, σαν ανάβανε τη λάμπα στο σπίτι του, καθότανε στα σκοτεινά δίχως να τον βλέπουνε, και κύτταζε μέσα τη χήρα τη γυναίκα του και τα παιδιά του μαυροντυμένα, που καθόντανε στο τραπέζι για να φάνε. Τότες τρέχανε σαν βρύσες τα μάτια του, κ' έπεφτε σε προσευχή και παρακαλούσε τον Θεό να τον βαστάξει με το δυνατό χέρι του για να μην λυγίσει, ώστε να βγάλει πέρα τούτον τον μεγάλον αγώνα που ήτανε παραπάνω απ' όσο μπορεί να αντέξει άνθρωπος. Γονάτιζε, κι’ έκλαιγε γονατιστός. Έλεγε το ψαλτήρι κ' η καρδιά του σα νάθελε να βγει από το στήθος του, σαν περιστέρι να πετάξει. Που να πετάξει; στο σπίτι του η στο Θεό, που είπε «όποιος αγαπά πατέρα η μητέρα η γυναίκα η παιδιά περισσότερο από εμένα, αυτός δεν είναι άξιός μου; Κι’ έλεγε με κλάψιμο:


«Έως τίνος θήσομαι οδύνας εν τη καρδία μου, ημέρας και νυκτός; Επίβλεψον, εισάκουσόν μου, Κύριος ο Θεός μου. Φώτισον τους οφθαλμούς μου, μήποτε υπνώσω εις θάνατον μήποτε είπη ο εχθρός μου: Ίσχυσα προς αυτόν. Κύριε, εν σοι ρυσθήσομαι από πειρατηρίου, και εν τω Θεώ μου υπερβήσομαι τείχος. Συ μου ει καταφυγή από θλίψεως της περιεχούσης με. Κύριε, εναντίον σου πάσα η επιθυμία μου, και ο στεναγμός μου από σου ουκ απεκρύβη. Πάντες οι μετεωρισμοί σου και τα κύματά σου επ' εμέ διήλθον. Τις δώσει μοι πτέρυγας ωσεί περιστεράς, και πετασθήσομαι, και καταπαύσω; Ο Θεός, την ζωήν μου εξήγγειλά σοι, έθου τα δάκρυά μου ενώπιόν σου. Επί τω Θεώ ήλπισα, ου φοβηθήσομαι. "Οτι ερρύσω την ψυχήν μου εκ του θανάτου, τους οφθαλμούς μου από δακρύων, τους πόδας μου από ολισθήματος. Εκοπίασα κράζων, εβραγχίασεν ο λάρυγξ μου, εξέλιπον οι οφθαλμοί μου από του ελπίζειν με επί τον Θεόν μου».

Κι’ από τον πολύν αγώνα τον έπαιρνε ο ύπνος κατά τα ξημερώματα. Κι’ άνοιγε τα μάτια του κι’ έβλεπε τη μέρα που γλυκοχάραζε και στάλαζε ειρήνη στην καρδιά του, σαν νάτανε άλλος άνθρωπος. Έβαζε με τον νου του το θρήνο που έκανε τη νύχτα, κι’ έλεγε με σιγανή φωνή: «Το εσπέρας αυλισθήσεται κλαυθμός, και εις το πρωί αγαλλίασις. Κύριος εγεννήθη βοηθός μου. Έστρεψας τον κοπετόν μου εις χαράν εμοί, διέρρηξας τον σάκκον μου και περιέζωσάς με ευφροσύνην».

Έτσι περνούσανε οι μέρες. Και δυνάμωνε η ψυχή του, τόσο, που απορούσε και δόξαζε τον Θεό. Γιατί έφταξε να καλημερίζει τ' αγοράκι του που έβγαινε το πρωί από το σπίτι του να πάγει να δουλέψει σ' ένα τσαγκαράδικο, και το μικρό το κοριτσάκι του που ήτανε βυζανιάρικο τον καιρό που θαλασσοπνίγηκε, πήγαινε κάθε τόσο στο κελλί του και του φιλούσε το χέρι και κουβεντιάζανε μαζί. Ήτανε τότε ως έξη χρονών και το λέγανε Καλλιοπίτσα. Πήγαινε λοιπόν η Καλλιοπίτσα, στον παπού, και τούδινε κρύο νερό από τη στέρνα, και σαπούνιζε και τις βρούτσες που ζωγράφιζε, και δεν ήθελε να φύγει από κοντά, σα νάνοιωθε πως την τραβούσε το αίμα. Και κει που μιλούσανε, ώρες ώρες γύριζε ο Πάτερ Γεράσιμος το πρόσωπό του και σφούγγιζε τα μάτια του, κ' έλεγε πάλι: «Κτηνώδης εγενήθην παρά σοι• καγώ διαπαντός μετά σου, ήγουν: «Σαν τ' αναίσθητο το ζώο γίνηκα για σένα, Θεέ μου, μα εγώ παντοτινά είμαι μαζί  σου».

Μια μέρα χτύπησε η πόρτα του κελλιού του, και σαν άνοιξε, βλέπει μπροστά του τη γυναίκα του. Και σαν νάτανε από πέτρα κι' όχι άνθρωπος με κορμί, δεν απόδειξε τίποτα, κι' ούτε ταράχτηκε στο παραμικρό. Και κείνη δεν τον γνώρισε ολότελα, και του λέγει: «Καλή μέρα, γέροντα», και φίλησε το χέρι του. Και κείνος της λέγει: «Ο Θεός να σε ευλογεί, τέκνο μου». Και σαν μπήκανε μέσα, κάθισε ο Πάτερ Γεράσιμος στο σκαμνί του, και κείνη κάθισε ντροπαλή και πικραμένη στο σεντούκι. Και θέλοντας να μιλήσει η κακομοίρα δάκρυσε. Η γυναίκα που δεν τον γνώρισε τον άντρα της, δάκρυσε, και κείνος που τη γνώρισε, δεν δάκρυσε, μήτε ταράχτηκε, μήτε τίποτα απόδειξε, παρά καθότανε με χαροποιό πρόσωπο, σαν τους μάρτυρες την ώρα που τους καίγανε και που ξεσκίζανε τα κορμιά τους. Λέγει του η γυναίκα δακρυσμένη: «Ήρθα, γέροντα να σε παρακαλέσω να μου φτιάξεις μιαν εικόνα τ' άγιου Γιώργη, σε μνημόσυνο του μακαρίτη τ’ αντρός μου, που πνίγηκε ανήμερα τα Χριστούγεννα πριν από έξη χρόνια». «Μετά χαράς», λέγει ο καλόγερας. «Βοήθεια σου. Μα δεν είναι καλό να κλαις, γιατί βαραίνεις την ψυχή του. Είσαι χήρα γυναίκα, δεν θέλω τίποτα για τον κόπο μου». Η γυναίκα τούκανε μετάνοια κ' έφυγε.

Την άλλη μέρα πρωί πρωί ο Πάτερ Γεράσιμος έβαλε μπροστά την εικόνα. Όσον καιρό τη δούλευε, τα μάτια του τρέχανε σαν βρύσες, οι μπογιές με τα δάκρυα ήτανε ζυμωμένες. Στο απάνω μέρος ζωγράφισε τον άγιο Γιώργη αρματωμένον και θλιμμένον καβάλλα στ' άλογο, κι' από κάτω το θεριό λαβωμένο από το κοντάρι του, κ' η βασιλοπούλα κύτταζε τρομαγμένη κ' έμοιαζε την Καλλιοπίτσα. Και στο κάτω μέρος χώρισε ένα μέρος, και ζωγράφισε ένα καράβι που βούλιαζε, και τρεις ναύτες που θαλασσοπαλεύανε μέσα στ' άγρια τα κύματα, κ' έγραψε: «Το ναυάγιον». Και σε μια γωνιά έγραψε πάλι τούτα τα λόγια: «Υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του δούλου του Θεού Γεωργίου Αντρή ον περ κατέπιε υδατόστρωτος τάφος, εν έτει 1864, μηνί Δεκεμβρίω 25». Κι' από κάτω έγραψε «Δια χειρός Γερασίμου μοναχού του αμαρτωλού. Έτους 1870».


  Ύστερα από κανέναν μήνα, ο Πάτερ Γεράσιμος μίσεψε από τη Νάξο για να γυρίσει στο Όρος. Περνώντας από τη Σύρα έγραψε στη γυναίκα του πως έμαθε από έναν άλλον καλόγερα πως ο Καπετάν Γιώργης ζει και πως είναι στο Όρος, και πως να στείλει εκειπέρα το γυιό της τον μεγάλο για να του δώσει τις παραγγελιές του. Σαν γύρισε πίσω στη σκήτη της μετανοίας του, πήρε ένα γράμμα από το γυιό του πως σε λίγες μέρες θα πήγαινε να τον ανταμώσει. Κατέβηκε στη Δάφνη και τον περίμενε. Σαν βγήκε από τη βάρκα, τον καλωσόρισε ο Πάτερ Γεράσιμος. Καθίσανε και κουβεντιάζανε για τη Νάξο, για το σπίτι τους. Κάθε τόσο ρωτούσε το παιδί: «Πότε θάρθει, γέροντα, ο πατέρας μου;» Και κείνος τούλεγε: «Πήγε ως του Ξηροποτάμου, κι' όπου νάνε θάρθει». Πάλι σε λίγο ξαναρωτούσε : «Πότε θάρθει, γέροντα, ο πατέρας μου;» Όπου σε μια στιγμή, τον πήρανε τα δάκρυα τον γέροντα, και λέγει του παιδιού του: «Εγώ είμαι, παιδί μου, ο πατέρας σου, εγώ ήμουνα μια φορά ο καπετάν Γιώργης. Μα θάμουνα πνιγμένος αν δε με γλύτωνε ο Θεός, κ' έταξα να γίνω καλόγερας. Τώρα εσύ δεν είσαι ορφανό, μα εγώ είμαι πια πεθαμένος για τον κόσμο. Έτσι θέλησε ο Παντοδύναμος που είπε πως θαν αφήσει γονιούς και παιδιά και γυναίκα όποιος τον αγαπά. Γεννηθήτω το θέλημά του».

                                                                                                                      
     Φώτης Κόντογλου, Χριστούγεννα 1949 

Μοναξιά, είσαι η πιο σκληρή παρέα.

Κάθε χρόνο τα Χριστούγεννα, ένας ηλικιωμένος καλεί τα παιδιά του για φαγητό, όμως κανείς δεν καταφέρνει να φύγει από τη δουλειά και να τον επισκεφθεί για λίγες μέρες…